Η χρήση ηλεκτρονικών συσκευών από παιδιά βελτιώνει τη σκέψη, λέει μελέτη
Μελέτη οκτώ ετών εξέτασε πώς οι οθόνες συνδέονται με τη γνωστική λειτουργία στην εφηβεία.
Η σωματική δραστηριότητα θεωρείται εδώ και χρόνια σημαντική για τη υγεία των παιδιών, όμως ο ρόλος της στην ανάπτυξη της σκέψης και της μνήμης δεν είναι τόσο ξεκάθαρος. Μια νέα μελέτη από τη Φινλανδία εξετάζει τι σχέση μπορεί να έχει ο τρόπος ζωής από την παιδική ηλικία έως την εφηβεία με τις γνωστικές επιδόσεις στα 16 χρόνια. Και τα αποτελέσματα είναι πιο σύνθετα από όσο θα περίμενε κανείς.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Pediatric Exercise Science, βασίστηκε στα δεδομένα της μελέτης PANIC, ενός ερευνητικού προγράμματος στο οποίο παιδιά παρακολουθήθηκαν για οκτώ χρόνια. Οι ερευνητές θέλησαν να εξετάσουν αν η συσσωρευμένη έκθεση σε σωματική δραστηριότητα, καθιστική ζωή και χρόνο μπροστά σε οθόνες από την ηλικία των 8 έως τα 16 χρόνια συνδέεται με το πόσο καλά λειτουργούν η μνήμη, η προσοχή και άλλες νοητικές ικανότητες στην εφηβεία.
Συνολικά, οι ερευνητές κατέληξαν σε 260 εφήβους, ηλικίας περίπου 16 ετών, για τους οποίους υπήρχαν τα απαραίτητα στοιχεία. Από αυτούς, 136 ήταν αγόρια και 124 κορίτσια. Για ένα μικρότερο υποσύνολο 171 εφήβων υπήρχαν και μετρήσεις της σωματικής δραστηριότητας και της καθιστικής συμπεριφοράς από ειδική συσκευή.
Οκτώ χρόνια μελετών
Το ενδιαφέρον της μελέτης βρίσκεται κυρίως στο μεγάλο χρονικό διάστημα που καλύπτει. Οι ερευνητές δεν κοίταξαν απλώς πόσο γυμναζόταν ένας έφηβος όταν έγινε το τεστ. Προσπάθησαν να υπολογίσουν τη συνολική εικόνα από την παιδική ηλικία μέχρι την εφηβεία.
Οι πληροφορίες προέρχονταν από δύο πηγές. Σε ένα μέρος της μελέτης, οι γονείς και αργότερα τα ίδια τα παιδιά συμπλήρωναν ερωτηματολόγια σχετικά με την άσκηση, τα οργανωμένα αθλήματα, τον ελεύθερο χρόνο και τη χρήση οθονών. Σε ένα άλλο μέρος, οι συμμετέχοντες φορούσαν για τουλάχιστον τέσσερις συνεχόμενες ημέρες μια ειδική συσκευή που κατέγραφε την κίνηση και τους παλμούς της καρδιάς. Με αυτόν τον τρόπο οι ερευνητές μπορούσαν να έχουν μια πιο αντικειμενική εικόνα της δραστηριότητας.
Στα 16 τους χρόνια οι έφηβοι υποβλήθηκαν σε μια σειρά από δοκιμασίες στον υπολογιστή. Οι εξετάσεις αξιολογούσαν, μεταξύ άλλων, την ταχύτητα αντίδρασης, την προσοχή, τη μνήμη εργασίας και την ικανότητα να μαθαίνουν και να θυμούνται συνδέσεις μεταξύ πληροφοριών. Οι ερευνητές έλαβαν επίσης υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, το μορφωτικό επίπεδο των γονέων και τις γνωστικές επιδόσεις των παιδιών στην αρχή της μελέτης.
Το πρώτο σημαντικό εύρημα ήταν ότι δεν εμφανίστηκε η αναμενόμενη γενική σχέση ανάμεσα στη σωματική δραστηριότητα και τη γνωστική λειτουργία. Όταν η δραστηριότητα μετρήθηκε με τη συσκευή, η συνολική σωματική δραστηριότητα, αλλά και ο χρόνος που οι έφηβοι παρέμεναν καθιστοί, δεν συνδέθηκαν με καλύτερες ή χειρότερες γνωστικές επιδόσεις. Το ίδιο ίσχυσε και για τις διαφορετικές εντάσεις της άσκησης στο σύνολο των συμμετεχόντων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η άσκηση «βλάπτει» τον εγκέφαλο. Αντίθετα, ένα από τα ευρήματα που προέκυψαν από τις υποομάδες ήταν ότι στα κορίτσια περισσότερος χρόνος σε ελαφριά σωματική δραστηριότητα, όπως αυτή καταγράφηκε από τη συσκευή, συνδεόταν με καλύτερη μνήμη εργασίας. Η συγκεκριμένη σχέση δεν παρατηρήθηκε στα αγόρια. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι μια πιθανή εξήγηση είναι πως η ελαφριά δραστηριότητα στα κορίτσια μπορεί να περιλαμβάνει κοινωνικές δραστηριότητες, όπως το περπάτημα και τη συζήτηση με φίλους, οι οποίες ενδέχεται να έχουν τη δική τους συμβολή στη γνωστική λειτουργία.
Το εύρημα που προκαλεί έκπληξη
Ίσως το πιο απρόσμενο αποτέλεσμα αφορά τον χρόνο μπροστά στις οθόνες. Οι έφηβοι που ανέφεραν περισσότερο συνολικό χρόνο χρήσης οθονών από την παιδική ηλικία έως την εφηβεία εμφάνισαν καλύτερες επιδόσεις σε ορισμένες δοκιμασίες μνήμης εργασίας και υψηλότερη συνολική γνωστική επίδοση. Η σχέση αυτή παρέμεινε και μετά τις στατιστικές προσαρμογές των ερευνητών.
Το αποτέλεσμα χρειάζεται, ωστόσο, ιδιαίτερη προσοχή. Δεν σημαίνει ότι η περισσότερη χρήση κινητού, υπολογιστή ή βιντεοπαιχνιδιών κάνει τα παιδιά πιο έξυπνα. Η μελέτη ήταν παρατηρησιακή και δεν μπορεί να αποδείξει ότι οι οθόνες προκαλούν καλύτερη γνωστική λειτουργία. Οι ίδιοι οι ερευνητές τονίζουν ότι η γνωστική λειτουργία μετρήθηκε μόνο στην εφηβεία. Επομένως δεν μπορούν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο η σχέση να λειτουργεί και αντίστροφα ή να επηρεάζεται από άλλους παράγοντες.
Μάλιστα, η χρήση οθονών δεν είναι μία ενιαία δραστηριότητα. Άλλο είναι ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα, άλλο ένα βιντεοπαιχνίδι και άλλο η παθητική παρακολούθηση βίντεο. Η συγκεκριμένη μελέτη μέτρησε συνολικά τον χρόνο οθόνης και επομένως δεν μπορεί να δείξει ποια ακριβώς δραστηριότητα βρίσκεται πίσω από τις παρατηρούμενες συσχετίσεις.
Το βασικό μήνυμα της μελέτης, επομένως, δεν είναι ότι η άσκηση δεν έχει σημασία ή ότι οι πολλές ώρες μπροστά σε οθόνες είναι καλές για τα παιδιά. Είναι ότι η γνωστική ανάπτυξη σχετίζεται με τον τρόπο ζωής με έναν πιο σύνθετο τρόπο. Φαίνεται να επηρεάζεται από το είδος της δραστηριότητας, τον τρόπο με τον οποίο μετριέται, το φύλο και πιθανώς το πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνεται.
Η μελέτη δεν ανατρέπει την αξία της σωματικής δραστηριότητας για τα παιδιά. Δείχνει όμως ότι όταν το ερώτημα είναι η μνήμη, η προσοχή και η γενικότερη γνωστική ανάπτυξη, η απάντηση δεν είναι τόσο απλή όσο «περισσότερη άσκηση σημαίνει καλύτερος εγκέφαλος». Χρειάζεται να εξεταστεί τι ακριβώς κάνουν τα παιδιά, πόσο χρόνο περνούν σε κάθε δραστηριότητα και πώς αυτές οι συνήθειες αλλάζουν καθώς μεγαλώνουν.